Δεν είναι διαφήμιση. Συμβαίνει στην πραγματικότητα. Σε διάφορα εστιατόρια, όχι μόνο στην Ιαπωνία αλλά παγκοσμίως, αντί για πιάτα χρησιμοποιούν μοντέλα. Θεωρητικά χρησιμοποιούν και άντρες και γυναίκες. (Εγώ όσο έψαξα μόνο γυναίκες- πιάτα βρήκα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αν έβρισκα και άντρες θα ήταν καλύτερα.) Μάλλον λόγω κρίσης, για να γλιτώσουν τον λαντζιέρη. Ή για οικολογικούς λόγους, ξέρετε πόση ενέργεια καταναλώνουν τα πλυντήρια πιάτων;
Τι είπατε; Είναι υποτιμητικό να πουλιέται έτσι το ανθρώπινο σώμα; Το βρίσκετε σεξιστικό; Άντε καλέ.. Εμένα πρόσφατα με ενημέρωσαν ότι δεν υπάρχει ούτε σεξισμός ούτε εμπορευματοποίηση του σώματος, ξεπεράστηκαν αυτά λέει. Σας το λέω λοιπόν και εσάς, να το ξέρετε.
Υ.Γ.: Αν κάποιος βλέποντας αυτή τη φωτογραφία αναγνωρίσει κάποιο είδος τέχνης ή το θεωρήσει μια διασκεδαστική καινοτομία του προτείνω να πάει να πνιγεί. Στα σοβαρά.
Τα είπε η Άντζελα/ Φωτιά στα Σαββατόβραδα, τα είπε ο Γιώργος /Κάθε βράδυ του Σαββάτου, τα είπαν οι Στέρεο Νόβα/ Γιατί είναι Σάββατο βράδυ, σαν τον Ποιητή του δρόμου όμως δεν τα είπε κανείς.
Φυσικά και δεν υπάρχει προτιμότερη καταστολή. Δηλαδή στο γκάλοπ:
Στις διαδηλώσεις, κατά την εφαρμογή της
κατασταλτικής μεθόδου, προτιμάτε να σας:
α. Δέρνουν
β. Ψεκάζουν
γ. Συλλαμβάνουν
δ. Όλα τα παραπάνω
ε. Τράβα ψόφα.
η απάντηση είναι προφανής. (το ε, για όσους έχουν αμφιβολίες)
Και ενώ ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, κάθε χώρα καταφέρνει ακόμα να διατηρεί εκείνα τα ήθη, έθιμα, αλλά και παραδόσεις που συγκροτούν την ιδιαιτερότητα του κάθε πολιτισμού. Έτσι και η καταστολη, μαζί με την κουζίνα και τα τοπικά αξιοθέατα, δίνει στοιχεία για την κουλτούρα κάθε λαού.
Χαρακτηριστικά αναφέρονται:
Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία: το μεσογειακό ταμπεραμέντο των γνωστών κοινωνικών λειτουργών, εκδηλώνεται με βρισίδια, ξύλο, δακρυγόνα, συλλήψεις, το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί στη διάρκεια των διαδηλώσεων.
Γερμανία: ξύλο, κάμερες, συλλήψεις. Αρκετά συγκρατημένα και πάντα με επαγγελματισμό, καθώς μιλάμε για μια εξελιγμένη και ''πολιτισμένη'' χώρα της ευρώπης, η οποία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της η καταστολή της να είναι πιο έντονη από τη γεύση των φαγητών της, και πιο θερμή από τα καλοκαίρια της.
Αγγλία: Εδώ θα σταθούμε, διότι αξίζει να σημειωθεί το παράδειγμα της Αγγλίας ως απόδειξη ότι ''στον- καπιταλισμό-θα-επιστρατεύσουμε-μέχρι-και-τα-καιρικά-φαινόμενα''. Διότι ενώ το ξύλο δεν φεύγει ποτέ απ το μενού, στην αγγλία εφαρμόζεται μια επαναστατική μέθοδος καταστολής. Το kettling. (του ουσιαστικού kettle που σημαίνει χύτρα, κατσαρόλα, μάλλον γιατί σ' αφήνουν να βράσεις στο ζουμί σου) Κατά την διάρκεια του kettling, μεγάλες ομάδες γνωστών κοινωνικών λειτουργών κυκλώνουν μικρές ή μεγάλες ομάδες του όγκου της διαδήλωσης και τις απομονώνουν. Ο αποκλεισμός αυτός μπορεί να κρατήσει από 1 ώρα μέχρι όσο έχουν όρεξη οι γνωστοί κοινωνικοί λειτουργοί. (συνήθως έχουν πολλή όρεξη..). Θα μου πείτε, μα καλά είναι αυτό μέθοδος καταστολής; Ω!, ναι. Διότι κατά τη διάρκεια του kettling, δεν μπορείς να φύγεις από τον κλοιό, ούτε αν κατουριέσαι, ούτε αν πεινάς, ούτε αν έχεις πάθει αφυδάτωση, ούτε αν πρέπει να πας να ταΐσεις το ψάρι σου (βλ. Αλιευτική στην καθημερινή ζωή). Δε φεύγεις λέμε! Ενδεχομένως την άνοιξη να χρησιμοποιηθούν και άλλες μέθοδοι ,αυτή τη στιγμή πάντως, με τη θερμοκρασία στους -2, και το χιόνι να στολίζει όλο αυτό το μαγευτικό σκηνικό, νομίζω ότι μετά από 5 ώρες υπό kettling, και ενώ έχει σταματήσει η κυκλοφορία του αίματος σου μπορεί και να αναφωνήσεις
''Πετάξτε μας τα δακρυγόνα να τελειώνουμε''.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα kettling
Η αλήθεια μάλλον είναι ότι όλα συνηθίζονται- άλλωστε οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι έχουν περάσει και πολύ χειρότερα. Ή ακόμα κι αν δεν συνηθίζονται, αυτή η διαλεκτική των πραγμάτων μπορεί τουλάχιστον να σώσει κάπως την κατάσταση. Γιατί, μεταξύ μας, αν φοράς 3-4 πουλόβερ κάτω από το παλτό σου, μάλλον το ξύλο πονάει λιγότερο..
Οι πολλοί δεν θα καταλάβετε, οπότε μπορείτε απλά να αγνοήσετε την ύπαρξη αυτής της ανάρτησης.
Πήγαμε προχθες σε ένα πάρκο. Από αυτά τα ωραία, τα ευρωπαϊκά. Δέντρα, παχύ γρασίδι, κόσμος που έκανε τζόγκινγκ, μαμάδες με καρότσια, μπαμπάδες (ευρωπαϊκό, είπαμε) με καρότσια, παιδάκια και φυσικά σκυλιά. Έρχεται κοντά μου λοιπόν ένα σκυλάκι από εκείνα που είναι φουλ ζαρωμένα και είναι τόσο άσχημα που είναι όμορφα τελικά, και είναι προφανές ότι πάμε για στιγμές αμοιβαίου ναζιού. Εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Διότι μέχρι στιγμής χρησιμοποιούσα εκφράσεις του στυλ:
''Πού 'ν' το μωρέ αυτό''/''Τι πλάσμα είσαι εσύ??'' και διάφορα τέτοια σε ανάλογη τονικότητα, όχι βέβαια γιατί περίμενα απάντηση, αλλά για να καταλάβει το ζωντανό ότι όλα κομπλέ, τώρα παίζουμε. Γενικώς είναι μια τακτική η οποία δεν έχει αποτύχει ΠΟΤΕ, εκτός αν το ζώο είναι αντισόσιαλ, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε με το συγκεκριμένο του πάρκου.
Αρχίζω λοιπόν τα γνωστά (''Πού 'ν' το μωρέ αυτό''/''Τι πλάσμα είσαι εσύ??'' κλπ), και το ζώο σταματάει, με κοιτάει με απορία, και φεύγει!!! Το ξαναφωνάζω, ξαναέρχεται, του ξαναλέω τα γνωστά, με ξανακοιτάει με απορία και ξαναφεύγει. Και ξαφνικά μου έρχεται μια τρελή τρελή σκέψη.
ΤΟ ΖΩΟ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ.
Το ξαναφωνάζω, ξαναέρχεται, και του λέω την ατάκα που του άξιζε, στη γλώσσα του.
YOU'RE SUCH A CUTE LITTLE DOOOOG
Υ.Γ.1: Παρακαλώ να μεταφερθεί στον εμπνευστή της ατάκας, που είναι τσέλιγκας και δεν έχει ίντερνετ.
Εδώ που είμαι που λέτε, μας μαθαίνουν ότι πρέπει να παρουσιάζεις αυτά που θέλεις να πεις, ανάλογα με το σε ποιο ακροατήριο απευθύνεσαι, γιατί έτσι λέει καταφέρνεις να πείθεις πιο εύκολα. (Δεν θα το συζητήσουμε τώρα, άλλη φορά.) Αυτό το αριστούργημα που θα δείτε παρακάτω νομίζω είναι από τις καλύτερες πρακτικές εφαρμογές αυτής της θεώρησης των πραγμάτων, και ενδεχομένως θα μπορούσε να αποτελέσει και την απαρχή ενός νέου, ριζοσπαστικού ρεύματος για το χώρο της διαφήμισης.
Τέρμα πια στις εικόνες ανεπίτρεπτα όμορφων γυναικών και αντρών που σχεδόν έρχονται σε οργασμό γλείφοντας το κουτάλι, ενώ τα ιριδίζοντος χρώματος μαλλιά τους ανεμίζουν στο απαλό αεράκι που φυσάει στον καταπράσινο κήπο του, καθόλου, φτωχικού τους.
Ήταν μια από εκείνες τις μέρες, που σηκώνεσαι πρωί γιατί πρέπει αυτό που άφησες μισό να το έχεις τελειώσει μέχρι το βράδυ, γιατί αλλιώς ξέρεις πολύ καλά ότι δεν θα το κάνεις ποτέ.
Άναψε το καλοριφέρ, είχε αρχίσει κιόλας(;) να χειμωνιάζει. Ντύθηκε, μάζεψε τα σκουπίδια- κάτι κεσεδάκια από γιαούρτια, γόπες και διαφημιστικά φυλλάδια- τα κατέβασε στην αποθήκη, πόσο βρωμάει αυτό το μέρος,και πήγε στη στάση να περιμένει το λεωφορείο. Άνοιξε την τσάντα του, για να δει αν τα είχε πάρει όλα.
''Τσιγάρα, λεφτά, ταυτότητα, μουσική, μηχανή''. Όλα εντάξει.
Το λεωφορείο έφτασε πολύ νωρίτερα απ' ότι συνήθως, σαν να ήξερε κι ο οδηγός ότι όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους. Είπαμε, ήταν μια από εκείνες τις μέρες.
Μπήκε μέσα, και κάθισε σε μια από εκείνες τις θέσεις που είναι για ''αυτούς που δεν μπορούν να σταθούν''.
''Μαλακίες, εμένα με ρώτησε κανείς αν με κρατάνε τα πόδια μου;;''
''Καλά, αν έρθει κάποιος θα σηκωθώ..''
Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή και τη στήριξε στο μικρό πλαστικό γείσο του παραθύρου. Πατούσε το κουμπί σχεδόν χωρίς να ελέγχει τι έβγαζε.
''Σημασία έχει η διαδρομή, όχι ο προορισμός'', σκέφτηκε και την ίδια στιγμή γέλασε με τον εαυτό του.
Ίσως να γέλασε και λίγο πιο δυνατά απ' όσο έπρεπε γιατί ένιωσε το βλέμμα της κοπέλας που καθόταν δίπλα του να καρφώνεται πάνω του. Την κοίταξε, με εκείνο το ''βλέμμα λεωφορείου'', πλάγιο, σε μια προσπάθεια να μην γίνει ενοχλητικός. Περιεργαζόταν το μαύρο δέρμα της, σαν να προσπαθούσε να βρει κάποια τρομαχτική βιολογική διαφορά από το δικό του. Τζίφος, όλα στη θέση τους. Τρίχες, πόροι, σημάδια.
Άρχισε να μυρίζει τον αέρα της, να διαπιστώσει μήπως αυτή η χρωματική διαφορά κάνει κάτι στη μυρωδιά του άλλου.
Αποτυχία. Το άρωμά της ήταν το ίδιο με αυτό που φοράει εκείνη η ξανθιά που δουλεύει στη γραμματεία της βιβλιοθήκης.
Στην επόμενη στάση, το λεωφορείο γέμισε με κόσμο που πήγαινε στη δουλειά του.
''Οι άλλοι πάνε στις δουλειές τους κι εγώ κάνω πλάκα με τις φωτογραφίες μου,γαϊδούρι ολόκληρο''. Σκέφτηκε ότι σε κάποιο λεωφορείο αυτή τη στιγμή, βρίσκονταν και διάφορες αναμνήσεις του οι οποίες πήγαιναν στις δουλειές τους.
''Να θυμηθώ να τους πω, αν δούνε κάποιον με φωτογραφική στις 8 το πρωί να μην σκεφτούν πολύ άσχημα για εκείνον. Ίσως να τους πείσω να κάτσουν να τους φωτογραφίσει''. Ξανάφερε τις αναμνήσεις του στο μυαλό του. ''Μπα, άστο αυτό το τελευταίο...''
Ξαναγύρισε στο γείσο-φωτογραφική-διαδρομή. Είχε αρχίσει να βρέχει έξω.
''Ωραία, τώρα θα έχουμε φωτογραφίες από στάλες στο τζάμι και φόντο λίγο δρόμο. Damn it..''
Αποφάσισε να κατέβει από το λεωφορείο, μάζεψε τη μηχανή και την έβαλε μέσα στην τσάντα σε μια πλαστική σακούλα. Πάντα πίστευε ότι δεν έχει νόημα να κάθεσαι και να κοιτάς τη βροχή από κάπου μέσα,αυτό μόνο κάτι μανιοκαταθλιπτικοί το κάνουν για να έχουν λόγο να μελαγχολήσουν. Καλύτερα να την νιώθεις επάνω σου, να την αφήνεις να σε εκνευρίσει, έχει μια διαδραστικότητα αυτή η σχέση.
(Η πραγματικότητα είναι πως θα μελαγχολούσε αν καθόταν λίγο ακόμα σ' εκείνη τη θέση, αλλά η μέρα ήταν εντελώς ακατάλληλη για τέτοια συναισθήματα.)
Άλλωστε είχε έρθει η ώρα να διαπιστώσει αν η βροχή εκεί, ήταν η ίδια όπως αυτή που είχε συνηθίσει.
Μετά από δέκα οικοδομικά τετράγωνα και τρία κόκκινα φανάρια, κατέληξε ότι το βρεγμένο χώμα μυρίζει ακριβώς το ίδιο παντού, η βρεγμένη άσφαλτος μυρίζει ακριβώς το ίδιο παντού, τα βρεγμένα ρούχα μυρίζουν ακριβώς το ίδιο παντού, οι σταγόνες που πέφτουν από τα μαλλιά στο στόμα έχουν ακριβώς την ίδια γεύση, και ο εκνευρισμός του που για άλλη μια φορά διάλεξε να ''τα πει'' με τη βροχή ήταν ακριβώς ο ίδιος όπως πάντα.
Άρχισε να ψάχνει τον αριθμό του κτιρίου, και την πράσινη πόρτα, όπως του είχαν πει στο τηλέφωνο. Στο κουδούνι απάντησε ένας ψηλός, σαφώς ωραίος, που του ξύπνησε για μερικά δευτερόλεπτα ένα σύνδρομο που κατά τ' άλλα το είχε πολύ καλά θαμμένο.
''Κάτσε να στεγνώσω και θα σου πω εγώ ποιος είναι καλύτερος..''
Ο ψηλός του χαμογέλασε, όχι, καθόλου υποτιμητικά, σχεδόν σαν να κατανοούσε. Ή σαν να είχε συνηθίσει να βλέπει βρεγμένους στο κατώφλι του.
''Καλά έκανες και ήρθες νωρίς. Θα ταχτοποιηθείς με την ησυχία σου.''
''Ήθελα να έχω τελειώσει μέχρι το μεσημέρι.''
Ο ψηλός γέλασε, αυτή τη φορά κάπως ειρωνικά.
''Take your time. Μην βιάζεσαι. Αυτά τα πράγματα δεν τελειώνουν μέσα σε μια μέρα.''
''Εξυπνάκια..Όποτε θέλω θα είμαι έτοιμος..''
''Για να το λες..''
''Ελπίζω να μην έφερες πολλά πράγματα, ξέρεις, σου είπα και στο τηλέφωνο, δεν υπάρχει πολύς χώρος.''
''Όχι, τα απαραίτητα. Μόνο την τσάντα και αυτά.'', είπε και ακούμπησε με το δείκτη το δεξί του κρόταφο.
''Πολύ καλά'', είπε ο ψηλός και ξαναγύρισε στο κατανοητικό χαμόγελο.''Στο δεύτερο όροφο, τέταρτη πόρτα αριστερά.''