Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Let there be (no) light

‘’Μετά τα μεσάνυχτα, κάθε λάμπα δρόμου αξίζει μια ομάδα φυλάκων. Αυτή ήταν μια από τις αρχές διατήρησης του νόμου και της τάξης στο προεπαναστατικό Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα. Τη  μέρα 1500 αστυνομικοί με στολές ήταν στους δρόμους. Τη νύχτα, 3500 φανάρια κάνανε την ίδια δουλειά.'' 

Ο προϋπολογισμός της αστυνομίας δείχνει πόσο σημαντικός ήταν ο δημόσιος φωτισμός για την μηχανή ασφάλειας. Ο φωτισμός απορροφούσε το 15% του συνολικού προϋπολογισμού, κάνοντας τον το πιο σημαντικό αντικείμενο εκτός από τη φρουρά. Σε αυτή την εικόνα τάξης και ασφάλειας, ο φωτισμός συνδέεται άρρηκτα με όλο το φάσμα των μεθόδων αστυνόμευσης και όντως, οι φανοί φαίνεται να κυριαρχούν πάνω απ΄όλα τ’ άλλα.

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη, ότι από την αρχή, οι φανοί του Παρισιού προκαλούσαν την οργή των από κάτω. Οι μεθυσμένοι και οι ''ασύδοτοι'' (débauché), που τριγυρνούσαν στους δρόμους την νύχτα, διασκέδαζαν σπάζοντας τις λάμπες με τα κοντάρια τους, αν μπορούσαν να φτάσουν αρκετά ψηλά. Όταν οι φανοί βρίσκονταν κρεμασμένοι τόσο ψηλά ώστε να μην τις φτάνουν τα κοντάρια, μια νέα μέθοδος καταστροφής τους έγινε δημοφιλής κατά την οποία έκοβαν τα σχοινιά απ' τα οποία κρεμιόντουσαν οι λάμπες, κι έτσι αυτές έπεφταν και έσπαγαν στο πεζοδρόμιο.

Η πράξη του σβησίματος του φωτός χάριζε μια αίσθηση παντοδυναμίας. Η καταστροφή των λαμπών το 17ο και 18ο αιώνα πρόσφερε και την επιπρόσθετη ευχαρίστηση της συμβολικής ανατροπής της εξουσίας που αυτές πρέσβευαν: το σκοτάδι που επικρατούσε αφού οι λάμπες είχαν σβήσει συμβόλιζε την αταξία και την ελευθερία. 

Κάθε επίθεση σε μια λάμπα δρόμου ήταν μια μικρή επαναστατική πράξη εναντίον της τάξης που αυτές αντιπροσώπευαν και τιμωρούνταν ως τέτοια. Στο Παρίσι, η καταστροφή των φανών δεν αντιμετωπίζονταν σαν αντικοινωνική συμπεριφορά αλλά σαν εγκληματική πράξη. ‘’Αν κάποιος τις σπάσει'', γράφει ένας Άγγλος ταξιδιώτης στα τέλη του 17ου αιώνα,'' πηγαίνει πάραυτα στη γκιλοτίνα.''

Το καλοκαίρι του 1789, το νόημα του γαλλικού ρήματος lantener άλλαξε και στην αρχή της επανάστασης σήμαινε ‘να κρεμάς κάποιον από μια λάμπα’’. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ξέσπασε η λαϊκή εκδίκηση τις πρώτες βδομάδες της Επανάστασης, πριν η Επιτροπή της Δημόσιας Ασφάλειας και η γκιλοτίνα επέβαλαν την τάξη τους στην επαναστατική δικαιοσύνη. Τα πρώτα θύματα ήταν δύο από τους πιο μισητούς εκπροσώπους του παλιού καθεστώτος, ο Φουλόν και ο Μπερτιέ, οι οποίοι στις 22 Ιουλίου του 1789 κρεμάστηκαν σε μια λάμπα βιδωμένη στην πρόσοψη του Hotel de Ville. Σε αντίθεση με τις περισσότερες λάμπες που ήταν κρεμασμένες με σχοινιά τεντωμένα στο μήκος του δρόμου, αυτή ήταν βιδωμένη στον τοίχο με μια κατασκευή που είχε το σχήμα της κρεμάλας. Αυτό το ασυνήθιστο χαρακτηριστικό εξηγείται απ' το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος φανός δεν βρίσκονταν σε δρόμο αλλά σε πλατεία, την Place de Greve (που ήταν ο παραδοσιακός χώρος των εκτελέσεων) και δεν μπορούσε να κρεμαστεί με σχοινί.
                Ο πιο προφανής λόγος για τη χρήση αυτής της κατασκευής για μια εκτέλεση ήταν το σχήμα που θύμιζε την κρεμάλα. Αλλά κάτι παραπάνω πρέπει να έπαιζε ρόλο, αφού οι δρόμοι του Παρισιού ήταν γεμάτοι με αντικείμενα που ήταν εξίσου καλά για αυτό το σκοπό, για παράδειγμα πολλά δέντρα και ταμπέλες μαγαζιών. Μάλλον όμως ήταν μια περίπτωση ‘’ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ‘’ με έναν τρόπο και πραγματικό και συμβολικό.

Οι εξεγερμένοι όμως, δεν είχαν μόνο ταλέντο στην συμβολική κίνηση. Πάνω απ’ όλα, η καταστροφή των δημόσιων λαμπών ήταν μια πρακτική στρατηγική στις μάχες δρόμου εναντίων των δυνάμεων του κράτους. Το σκοτάδι που ακολουθούσε ενώ οι λάμπες καταστρέφονταν, δημιουργούσε μια περιοχή μέσα στην οποία οι κυβερνητικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να δράσουν. Ένας άλλος μάρτυρας αναφέρει: ''Καθώς οι λάμπες σπάζονταν και το σκοτάδι επικρατούσε, οι δρόμοι ήταν εξαιρετικά επικίνδυνοι για την παραμονή των βασιλικών στρατευμάτων. Υποχωρούσαν λοιπόν πίσω από τα κανόνια τους με συνεχείς λογομαχίες, προς την πλατεία του Λουδοβίκου του 14ου και από εκεί τολμούσαν να στείλουν περιπολίες αλλά μόνο στους κεντρικούς δρόμους. Το σπάσιμο των λαμπών σήκωνε ένα τείχος σκοταδιού, προστατεύοντας μια περιοχή από την επιδρομή των κυβερνητικών δυνάμεων. Πήγαινε μαζί με μια άλλη τεχνική των μαχών δρόμου του 19ου αιώνα: την έγερση πραγματικών τειχών, των οδοφραγμάτων. Το  οδόφραγμα λειτουργούσε ως φυσικό εμπόδιο συνοδευόμενο από το οπτικό εμπόδιο της άφωτης νύχτας. Το αποτέλεσμα αυτής της διπλής οχύρωσης περιγράφεται ως εξής: ‘’Απογυμνωμένο από όλα τα φώτα του και τελείως οχυρωμένο, το Παρίσι γινόταν απόρθητο μέσα σε λίγες ώρες. Με την ταυτόχρονη εμφάνιση των οδοφραγμάτων και των σπασμένων λαμπών τον Ιούλιο του 1830, οι καταπιεσμένοι επέστρεψαν με έναν κλασσικό τρόπο. Αυτές οι επαναστατικές πράξεις ανέτρεψαν την τάξη που ο απολυταρχισμός είχε επιβάλει στους δρόμους πριν 150 χρόνια.'' 






Όταν πλησίασε στον πλανήτη, χαιρέτησε με ευγένεια το φανοκόρο:
- Γιατί μόλις τώρα έσβησες το φανάρι σου;
- Τέτοια είναι η εντολή. Καλημέρα.
- Τι είναι η εντολή;
- Είναι να σβήνω το φανάρι μου. Καλησπέρα. Και το άναψε ξανά.
- Μα γιατί το άναψες πάλι;
- Είναι η εντολή, απάντησε ο φανοκόρος.
- Δεν καταλαβαίνω τίποτε, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Δεν υπάρχει τίποτε που να πρέπει να καταλάβεις, είπε ο φανοκόρος. Η εντολή είναι εντολή. Καλημέρα.
Κι έσβησε το φανάρι του...

Υ.Γ. 1: Για όποιον θέλει να μάθει κι άλλα, η μετάφραση είναι από το Disenchanted night: The Industrialization of Light in the Nineteenth Century
Υ.Γ. 2: Ξέρω ότι μου πήρε καιρό, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ..ε, Δ.;; 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τι ωραία, μετά από τόσο καιρό!

Δεν πειράζει,
άξιζε τον κόπο!

Τα σέβη μου μάνταμ

Σερ.