Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

When you want to go

Ξύπνησε πολύ νωρίς εκείνη τη μέρα.
Ήταν μια από εκείνες τις μέρες, που σηκώνεσαι πρωί γιατί πρέπει αυτό που άφησες μισό να το έχεις τελειώσει μέχρι το βράδυ, γιατί αλλιώς ξέρεις πολύ καλά ότι δεν θα το κάνεις ποτέ.
Άναψε το καλοριφέρ, είχε αρχίσει κιόλας(;) να χειμωνιάζει. Ντύθηκε, μάζεψε τα σκουπίδια- κάτι κεσεδάκια από γιαούρτια, γόπες και διαφημιστικά φυλλάδια- τα κατέβασε στην αποθήκη, πόσο βρωμάει αυτό το μέρος,και πήγε στη στάση να περιμένει το λεωφορείο. Άνοιξε την τσάντα του, για να δει αν τα είχε πάρει όλα.
''Τσιγάρα, λεφτά, ταυτότητα, μουσική, μηχανή''. Όλα εντάξει.

Το λεωφορείο έφτασε πολύ νωρίτερα απ' ότι συνήθως, σαν να ήξερε κι ο οδηγός ότι όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους. Είπαμε, ήταν μια από εκείνες τις μέρες.
Μπήκε μέσα, και κάθισε σε μια από εκείνες τις θέσεις που είναι για ''αυτούς που δεν μπορούν να σταθούν''.
''Μαλακίες, εμένα με ρώτησε κανείς αν με κρατάνε τα πόδια μου;;''
''Καλά, αν έρθει κάποιος θα σηκωθώ..''
Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή και τη στήριξε στο μικρό πλαστικό γείσο του παραθύρου. Πατούσε το κουμπί σχεδόν χωρίς να ελέγχει τι έβγαζε.
''Σημασία έχει η διαδρομή, όχι ο προορισμός'', σκέφτηκε και την ίδια στιγμή γέλασε με τον εαυτό του.
Ίσως να γέλασε και λίγο πιο δυνατά απ' όσο έπρεπε γιατί ένιωσε το βλέμμα της κοπέλας που καθόταν δίπλα του να καρφώνεται πάνω του. Την κοίταξε, με εκείνο το ''βλέμμα λεωφορείου'', πλάγιο, σε μια προσπάθεια να μην γίνει ενοχλητικός. Περιεργαζόταν το μαύρο δέρμα της, σαν να προσπαθούσε να βρει κάποια τρομαχτική βιολογική διαφορά από το δικό του. Τζίφος, όλα στη θέση τους. Τρίχες, πόροι, σημάδια.
Άρχισε να μυρίζει τον αέρα της, να διαπιστώσει μήπως αυτή η χρωματική διαφορά κάνει κάτι στη μυρωδιά του άλλου.
Αποτυχία. Το άρωμά της ήταν το ίδιο με αυτό που φοράει εκείνη η ξανθιά που δουλεύει στη γραμματεία της βιβλιοθήκης.
Στην επόμενη στάση, το λεωφορείο γέμισε με κόσμο που πήγαινε στη δουλειά του.
''Οι άλλοι πάνε στις δουλειές τους κι εγώ κάνω πλάκα με τις φωτογραφίες μου,γαϊδούρι ολόκληρο''. Σκέφτηκε ότι σε κάποιο λεωφορείο αυτή τη στιγμή, βρίσκονταν και διάφορες αναμνήσεις του οι οποίες πήγαιναν στις δουλειές τους.
''Να θυμηθώ να τους πω, αν δούνε κάποιον με φωτογραφική στις 8 το πρωί να μην σκεφτούν πολύ άσχημα για εκείνον. Ίσως να τους πείσω να κάτσουν να τους φωτογραφίσει''. Ξανάφερε τις αναμνήσεις του στο μυαλό του. ''Μπα, άστο αυτό το τελευταίο...''
Ξαναγύρισε στο γείσο-φωτογραφική-διαδρομή. Είχε αρχίσει να βρέχει έξω.
''Ωραία, τώρα θα έχουμε φωτογραφίες από στάλες στο τζάμι και φόντο λίγο δρόμο. Damn it..''

Αποφάσισε να κατέβει από το λεωφορείο, μάζεψε τη μηχανή και την έβαλε μέσα στην τσάντα σε μια πλαστική σακούλα. Πάντα πίστευε ότι δεν έχει νόημα να κάθεσαι και να κοιτάς τη βροχή από κάπου μέσα,αυτό μόνο κάτι μανιοκαταθλιπτικοί το κάνουν για να έχουν λόγο να μελαγχολήσουν. Καλύτερα να την νιώθεις επάνω σου, να την αφήνεις να σε εκνευρίσει, έχει μια διαδραστικότητα αυτή η σχέση.
(Η πραγματικότητα είναι πως θα μελαγχολούσε αν καθόταν λίγο ακόμα σ' εκείνη τη θέση, αλλά η μέρα ήταν εντελώς ακατάλληλη για τέτοια συναισθήματα.)
Άλλωστε είχε έρθει η ώρα να διαπιστώσει αν η βροχή εκεί, ήταν η ίδια όπως αυτή που είχε συνηθίσει.
Μετά από δέκα οικοδομικά τετράγωνα και τρία κόκκινα φανάρια, κατέληξε ότι το βρεγμένο χώμα μυρίζει ακριβώς το ίδιο παντού, η βρεγμένη άσφαλτος μυρίζει ακριβώς το ίδιο παντού, τα βρεγμένα ρούχα μυρίζουν ακριβώς το ίδιο παντού, οι σταγόνες που πέφτουν από τα μαλλιά στο στόμα έχουν ακριβώς την ίδια γεύση, και ο εκνευρισμός του που για άλλη μια φορά διάλεξε να ''τα πει'' με τη βροχή ήταν ακριβώς ο ίδιος όπως πάντα.
Άρχισε να ψάχνει τον αριθμό του κτιρίου, και την πράσινη πόρτα, όπως του είχαν πει στο τηλέφωνο. Στο κουδούνι απάντησε ένας ψηλός, σαφώς ωραίος, που του ξύπνησε για μερικά δευτερόλεπτα ένα σύνδρομο που κατά τ' άλλα το είχε πολύ καλά θαμμένο.

''Κάτσε να στεγνώσω και θα σου πω εγώ ποιος είναι καλύτερος..''

Ο ψηλός του χαμογέλασε, όχι, καθόλου υποτιμητικά, σχεδόν σαν να κατανοούσε. Ή σαν να είχε συνηθίσει να βλέπει βρεγμένους στο κατώφλι του.
''Καλά έκανες και ήρθες νωρίς. Θα ταχτοποιηθείς με την ησυχία σου.''
''Ήθελα να έχω τελειώσει μέχρι το μεσημέρι.''
Ο ψηλός γέλασε, αυτή τη φορά κάπως ειρωνικά.
''Take your time. Μην βιάζεσαι. Αυτά τα πράγματα δεν τελειώνουν μέσα σε μια μέρα.''

''Εξυπνάκια..Όποτε θέλω θα είμαι έτοιμος..''
''Για να το λες..''
''Ελπίζω να μην έφερες πολλά πράγματα, ξέρεις, σου είπα και στο τηλέφωνο, δεν υπάρχει πολύς χώρος.''
''Όχι, τα απαραίτητα. Μόνο την τσάντα και αυτά.'', είπε και ακούμπησε με το δείκτη το δεξί του κρόταφο.
''Πολύ καλά'', είπε ο ψηλός και ξαναγύρισε στο κατανοητικό χαμόγελο.''Στο δεύτερο όροφο, τέταρτη πόρτα αριστερά.''


Δεν υπάρχουν σχόλια: